Αναρτήσεις

Χριστόφορος ή οι τρόποι των τεσσάρων

Οι στιγμές μαζί του λιγοστές. Η κατανόηση αρκετή. Θα προσπαθήσω να τον εξηγήσω. Να τον ερμηνεύσω σε λίγες γραμμές, με λίγες λέξεις, με μελάνι και χαρτί. Ίσως για να μη ξεχάσω, ίσως για να θυμηθώ. Ίσως, ταυτόχρονα, για να φανερώσω μια πορεία. Άλλου. Ξένου; Ξένιου; Κοντινού; Σίγουρα ξεμακραίνοντας… Εν πρώτοις, συνάντησε κάποιον που θέλησε να υπερτονίσει το σώμα, τα πάθη και όποια λογική τα συνοδεύουν. Τον έπεισε ότι τα κατάφερε. Έγινε δήθεν δεκτικός στις φράσεις και στις παρωχημένες λογικές του, ακόμα-ακόμα και σε εκείνες τις ανυπέρβλητες λαϊκίστικες θυμοσοφίες του. Έκρυβε καλά το γελοίο – και το γέλιο του. Προχώρησε. Συνάντησε, δευτερευόντως, το αναμενόμενο του πρώτου. Τη προσφορά σώματος. Σε πολλές εκδοχές. Ηλικιακές, χρονικές, τοπικές. Έγνεψε καταφατικά. Έπεσε στεκόμενος. Έμαθε τους τρόπους της – γιατί για περίπου γυναίκα επρόκειτο – και προχώρησε. Συνάντησε, τριτεύοντος, τη δικλείδα των δύο προηγούμενων και μαζί του τέταρτου. Του κορυφαίου. Όπως νόμιζε ο ίδιος, δηλαδή ο τέτ...

Πληγή # νιοστού ή Εικόνα κόκκινη

Καιρό πολύ γυρνούσες στη σιωπή, οι λέξεις μαχαιρώνουν ή αιμορραγούν. Ματιές - μαχαιριές δίνεις ή παίρνεις, δεν έχει σημασία πια. Ο πόνος φίλος να σε χαιρετά σε κάθε επαφή. Να στρίβει στη γωνία για να πεταχτεί σαν γάτα στις ρόδες. Μπερδεύονται οι στιγμές. Αυτές που όριζαν πορείες μαγικές. Ο χρόνος γελάει, ξέρει αυτός, πάντα θα κινάει. Κι αν δείχνει να νικιέται είναι για να νιώθει παρών. Ανησυχείς, τώρα, σαν τρομαγμένο πουλί, πού να βρεις στέγη και τροφή, ή, έστω, μια μαχαιριά καυτή. Να τρέχει το αίμα ποτάμι με λύτρωση και θυσία να μοιάζει.                        1/11/09

Αντιγόνη ή μια ύπαρξη με δανεικό όνομα

Είναι Μάρτης του 1982. Άνοιξη. Ένα μωρό γεννιέται. Μια ψυχή κατεβαίνει στη γη από το πλανήτη των αγέννητων, όπως θα ακούσει 29 χρόνια μετά σε μια θεατρική παράσταση. Φθάνει σε μια οικογένεια, πηγαίνει σχολείο, μεγαλώνει. Μοιάζει με όλους και, ταυτόχρονα, όπως όλοι, δε μοιάζει με κανέναν. Κάτι την οδηγεί και οδηγείται. Κάποια της χαρίζονται και χαρίζει. Όσα της δίνονται, τα δίνει. Και δε μένει άδεια, όπως θα περίμενε κανείς. Υπακούει σε κάτι που την ξεπερνά. Κάτι εσωτερικό, ανώτερο. Στιγμές-στιγμές προσπαθεί να το προσδιορίσει. Το ονομάζει τότε θείο, ψυχή, όνειρο, ουτοπία ή, απλά, παιδί.  Κάποιος στη διαδρομή τη συγκρίνει με την Αντιγόνη, εκείνη την ηρωίδα που ακολούθησε τον εσωτερικό της νόμο πάνω από τον συμφωνημένο, αυτόν της κοινωνίας. Το άκουσε, χαμογέλασε, προχώρησε. Δεν την αγγίζουν λόγια καλά και προσβολές, εξίσου. Πορεύεται σε έναν δρόμο που φτιάχνει στιγμή τη στιγμή, λέξη τη λέξη. Και πάει. Ανηφορικά, όπως λέει, ελπίζοντας. Ή ανηφορικά, όπως ελπίζει, λέγοντας. Συναντ...

Δια ασήμαντης αφορμής

-Δεν ξέρω τί με τράβηξε σε εκείνο τον νεαρό.   Αν ήταν ο τρόπος του, τα λόγια του ή η χροιά της φωνής του. Έμεινα να ακούω τα όσα έλεγε στο κινητό και να αναρωτιέμαι ποια ήταν στην άλλη πλευρά της συνδιάλεξης. Φλερτ, σχέση, προοπτική, φαντασιοπληξία, φίλη; Μια φράση που ακολούθησε μου έλυσε τον γρίφο. «Συναντιόμαστε κάθε Παρασκευή», είπε στον διπλανό του, μάλλον κολλητό. Ήταν τότε που χωρίστηκαν οι δρόμοι μας κι έπρεπε να προλάβω το λεωφορείο αλλά κάτι μού ’χε κάνει αυτός ο νεαρός. Τον κουβαλούσα στη δουλειά, στο διάλειμμα και στο σπίτι. Ίσως ήταν που δεν τον έπιασα, να του πω δυο λόγια. Καρδιάς. Είχα υπάρξει στη θέση του. Όπως όλοι. Έρωτας ο αίτιος, λοιπόν. Ξαναγύρισα σαν να ‘ταν ταινία σε δικούς μου έρωτες. Με χρονική σειρά. Όχι έντασης και σημασίας. Είχαν συμβεί λίγα, πολλά; Ποιος, στ’ αλήθεια, μπορεί να μετρήσει; Και τί να μετρηθεί; Οι κοινές στιγμές, οι ματιές, οι «αναταράξεις» στο στομάχι, τα σημειώματα και τα μηνύματα, τα τηλεφωνήματα –σύντομα και εκτενή-...

Φόρεμα τεσσάρων εποχών

Αγοράστηκα τυχαία, απρογραμμάτιστα. Βρισκόμουν κρεμασμένο σε ένα κατάστημα μια ήσυχη μέρα και περίμενα ιδιοκτήτρια και τη βρήκα. Είμαι ένα μαύρο φόρεμα. Θυμάμαι ακόμα πώς με άγγιξε για να νιώσει το ύφασμά μου, πως με ξεκρέμασε και με οδήγησε στο ταμείο. «Αυτή η κοπέλα έχει κάτι »: είπα μέσα μου. Είχα δει και τις άλλες, των άλλων φορεμάτων. Και δεν έκανα λάθος. Όταν έφτασε σπίτι, με δοκίμασε μια φορά και κοιτάχτηκε κλεφτά στον καθρέφτη μαζί μου. ‘Έπειτα, πλύσιμο, στέγνωμα, σιδέρωμα. Κι αναμονή. Πολύ αναμονή. Από τη μεριά μου και από τη μεριά της. Να βρεθεί η κατάλληλη περίσταση.   Βλέπετε, ένα μαύρο φόρεμα δεν φοριέται καθημερινά. Και βρέθηκε. Η πρώτη φορά ήταν μια συναυλία. Όλη η αναστάτωση κι ο ενθουσιασμός της για το τι θα περιέκλειε είχε μεταφερθεί σε κάθε ίνα μου, μαζί με το άρωμά της που από το λαιμό της έφτανε στο άνοιγμά μου. Και μετά; Οι κινήσεις της να γράφονται πάνω μου και στο τέλος της βραδιάς όλοι οι ήχοι να έχουν διαπεράσει όλα τα μαύρα κύτταρά μου. Καλοκαίρι γ...

Προσωπογραφία #20 ή Σχεδόν πρόστυχο

Διερρήγνυες καρδιές με δήθεν αγάπη με έπειθες παιδικά για όσο πέρασα σε μια νύχτα στροφής τη βασική εκπαίδευσή σου. Αναδύθηκα. Δε μίκρυνα Όπως θα ‘θελες. Τώρα με κοιτάς από μακριά κι από κοντά έχεις θάρρος να αγγίζεις αλλά να μην ακουμπάς εμένα. Λυπάμαι και για μια συνέπεια προσευχής ίσως κι όχι. Διαλέγεις, επιλέγεις. Λες. Tο τέλος δεν θέλω να μας βρει αλλού.   6/11/15  

Προσωπογραφία #19 ή Ερμηνεία

¨Εστω ότι οι στιγμές μου έγιναν παιχνίδι στα χέρια σου. Το νευρικό μου σύστημα σου παραδόθηκε. Για λίγες στιγμές. " Ήταν αρκετές" : θα έλεγες. Μετά... (;) Μετά κάθησες αναπαυτικά κι απόλαυσες έναν νέο θρίαμβο. Κι η πυρομανία θα φάνταζε πλημέλημα μπροστά σ' αυτό. Κι ύστερα... (;) Κι ύστερα έμπαινες κι έβγαινες μικρή ζωή "ζωούλα" την έλεγα. Από έξη, από καψοχαρά, από μίσος, από φθόνο, θα αγνοώ τί σε όριζε. Κι όσο θα προσπαθώ να σ' εξηγήσω θα ανακαλύπτω νέους γκρεμούς. Τουλάχιστον σεβάστηκες την ανία της συνήθειας που με χαρακτήριζε αλλά δεν θα σ' έλεγα πρωτότυπο.         14/2/10