Αναρτήσεις

Φιλία

Τα αθροίσματα όσων διαιρούν τους φίλος είναι ίσα Πότε θα προστεθούν όσα μας μετρούν;/ Πότε θα προσθέσουμε όσα μας διαιρούν;                                               ~2003

Φεύγοντας...σχεδόν πάντα

Δεν τα μπορώ τα σίγουρα φοβίζει το απόλυτο λυτρώνει η αμφισβήτηση προσκυνώ τη περηφάνια και φεύγω               14/4/2003

Τοπίο θαλασσινό κι αέρινο

Τα στολίδια άχρηστα πια η ζωή με φώναξε έξω πήγα να τη βρω Τα ψέματα αστεία ο ουρανός μου έγνεψε το χέρι του να πιάσω Οι λέξεις ανίσχυρες η θάλασσα με κάλεσε μαζί της να ενωθώ ξανά                   12/4/2003

Μια ιστορία (αναζήτησης εαυτού)

Κάποτε κάποιος ξεκίνησε να βρει τον εαυτό του. Σκέφτηκε, λοιπόν, να ρωτήσει όλους όσους ήξερε και δεν ήξερε να μάθει. Ξεκίνησε έτσι και με όποια ευκαιρία του δινόταν, ρωτούσε. Πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνια. Νόμισε πως είχε μάθει αρκετά. Όταν το ξανασκέφτηκε, όμως, είδε πως δεν ήταν τόσα όσα αρχικά θα ήθελε. Σκέφτηκε πως το καλύτερο που θα' χε να κάνει είναι να ρωτήσει πού θα μπορούσε να μάθει κι άλλο. Έτσι κι έκανε. (Ρώτησε και) του είπαν ότι η Γνώση είναι συγκεντρωμένη στις βιβλιοθήκες. Τα βιβλία είχαν πολύ σημαντικά πράγματα γύρω τους και θα ήταν καλό να διαβάσει. Ξεκίνησε και άρχισε να πηγαίνει σε βιβλιοθήκες, να διαβάζει, να μαζεύει γνώσεις και πληροφορίες. Πέρασαν χρόνια για να γυρίσει τον κόσμο επισκεπτόμενος βιβλιοθήκες. Κάποια στιγμή κουράστηκε ή, σωστότερα, το καλοκαίρι δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί στο διάβασμά του. Πήγε σε μια παραλία, έστησε τη σκηνή του και μύριζε τις μυρουδιές της θάλασσας, άκουγε τον αέρα, έπιανε στις χούφτες του την άμμο. Ένα βράδυ ο ύπνος τον...

Το δικό μου αν

Αν δε μπορείς να λύσεις, μη δένεις. Αν δε μπορείς να χτίσεις, μη γκρεμίζεις.                                              

Σαν αυταπάτη

Χρόνια πάλευα με τον εαυτό μου. Τον κατακρεουργούσα και τον έραβα πρόχειρα-πρόχειρα. Υποχρεωτικά. Υπήρχαν κι άλλοι που παρατηρούσαν την ύπαρξή μου.                                                                                                                           30/8/2009 

Της δύσης το ξημέρωμα (λίγο πιο στέρεο ποίημα)...

Στου κόσμου το γόητρο μόνη πορεύομαι σε χώρο μακρινό κι ανέγγιχτο τώρα περπατώ τα βήματά μου στάχτες τα ακολουθούν και τον ήχο τους σβήνουν τα όνειρά μου Τις λέξεις και τις πράξεις μου λάθη τις κυβερνούνε κι όταν φοβούνται να το πουν κλαίνε μα δε λυπούνται ανίσχυρο το χέρι μου αδύναμο το κορμί του νέου κόσμου μυστικά τώρα με καρτερούνε Ο πόνος και ο χρόνος δάσκαλοι βιαστικοί κρυφά μου λεν μηνύματα ανείπωτα (μου) στέλνουν σήματα μ΄ αυτά με προσπερνάνε Το μυαλό δυνατό κι η ψυχή ανοικτή μα όλα αυτά δεν αρκούν να μου λύσουν το χρησμό Το χρησμό που μ΄ άφησε σαν ευχή στο χέρι της δύσης το ξημέρωμα που μόνο αυτό/ή το ξέρει.                     25/8/2002